Νέα διάσταση στη συζήτηση για την αγορά Airbnb στην Ελλάδα επιχειρούν να δώσουν στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο Short Stay Athens Conference, μετατοπίζοντας το βάρος από τα μεγάλα αστικά κέντρα προς την περιφέρεια και επαναφέροντας στο επίκεντρο το ζήτημα της αξιοποίησης του αδρανούς στεγαστικού αποθέματος.
Σύμφωνα με δεδομένα της ΑΑΔΕ που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της διοργάνωσης και επικαλέστηκε ο STAMA Greece, περίπου 60.000 ενεργά ακίνητα βραχυχρόνιας μίσθωσης βρίσκονται εκτός μεγάλων πόλεων, όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη. Πρόκειται κυρίως για εξοχικές κατοικίες, με έντονα εποχικό χαρακτήρα, που συνδέονται περισσότερο με την τουριστική οικονομία των περιφερειακών προορισμών παρά με τη στεγαστική πίεση που παρατηρείται σε μητροπολιτικές περιοχές.
Το στοιχείο αυτό επιχειρεί να αμφισβητήσει την κυρίαρχη αντίληψη ότι η βραχυχρόνια μίσθωση ταυτίζεται με την άνοδο των ενοικίων στις πόλεις. Αντίθετα, αναδεικνύει μια αγορά με ευρύτερη γεωγραφική διασπορά, όπου σημαντικό τμήμα της δραστηριότητας αφορά τουριστικές περιοχές και όχι αστικά κέντρα με προβλήματα στέγασης.
Η παρέμβαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο που η δημόσια συζήτηση για τη ρύθμιση του κλάδου εντείνεται, με επίκεντρο συχνά περιοριστικά μέτρα. Οι εκπρόσωποι του κλάδου υποστηρίζουν ότι η εικόνα της αγοράς είναι πιο σύνθετη από ό,τι αποτυπώνεται στον δημόσιο διάλογο και ότι απαιτείται διάκριση ανάμεσα στις διαφορετικές κατηγορίες ακινήτων και περιοχών.
Λιγότερα ενεργά ακίνητα από όσα δείχνουν τα μητρώα
Πέραν της γεωγραφικής κατανομής, ο STAMA επισημαίνει και ένα δεύτερο στοιχείο: τη σημαντική απόσταση ανάμεσα στους εγγεγραμμένους Αριθμούς Μητρώου Ακινήτου (ΑΜΑ) και την πραγματική ενεργή δραστηριότητα.
Στην Αττική έχουν εκδοθεί περίπου 30.000 ΑΜΑ, όμως, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, λιγότερα από τα μισά αντιστοιχούν σε ενεργά ακίνητα. Αντίστοιχα, στη Θεσσαλονίκη έχουν καταγραφεί περίπου 4.000 ΑΜΑ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλα αξιοποιούνται στην αγορά βραχυχρόνιας μίσθωσης.
Η παρατήρηση αυτή θεωρείται κρίσιμη, καθώς επηρεάζει τόσο την αποτύπωση του πραγματικού μεγέθους της αγοράς όσο και τη βάση πάνω στην οποία σχεδιάζονται πολιτικές παρεμβάσεις. Όπως επισημαίνεται, σημαντικός αριθμός ιδιοκτητών έχει αποκτήσει ΑΜΑ χωρίς τελικά να δραστηριοποιηθεί, με αρκετά ακίνητα να χρησιμοποιούνται για ιδιοκατοίκηση ή να παραμένουν στη μακροχρόνια μίσθωση.
Κατά τον STAMA, η διάκριση ανάμεσα σε καταγεγραμμένα και ενεργά ακίνητα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς συχνά η συζήτηση για το αποτύπωμα του κλάδου βασίζεται σε αθροιστικούς αριθμούς που δεν αντανακλούν την πραγματική λειτουργία της αγοράς.
Το επιχείρημα μεταφέρεται στα κλειστά ακίνητα
Με βάση τα παραπάνω, ο κλάδος επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από τη βραχυχρόνια μίσθωση στο ευρύτερο πρόβλημα της προσφοράς κατοικίας, θέτοντας στο επίκεντρο τα κλειστά ή αναξιοποίητα ακίνητα.
Ο πρόεδρος του STAMA Greece, Βασίλης Αργυράκης, υποστήριξε ότι το απόθεμα ακινήτων που βρίσκεται στα χέρια του κράτους, τραπεζών και διαχειριστών δανείων — προερχόμενο από κατασχέσεις ή αποποιήσεις κληρονομιών — υπερβαίνει, σύμφωνα με τον ίδιο, κατά πολύ το σύνολο των ακινήτων που δραστηριοποιούνται στη βραχυχρόνια μίσθωση.
Στο ίδιο πλαίσιο ανέδειξε ως κρίσιμο μέγεθος το πλεόνασμα άνω των 500.000 κατοικιών που, όπως ανέφερε, διαθέτει η Ελλάδα αλλά παραμένει ανεκμετάλλευτο. Το επιχείρημα που προβάλλεται είναι ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στη χρήση των κατοικιών, αλλά κυρίως στην αδυναμία ενεργοποίησης μέρους του υφιστάμενου αποθέματος λόγω γραφειοκρατίας, νομικών εμποδίων ή έλλειψης πολιτικών αξιοποίησης.
“Ενώ στο δημόσιο διάλογο ακούμε και διαβάζουμε συνεχώς προτάσεις απαγορεύσεων και περιορισμών μιας διαρκώς αναπτυσσόμενης αγοράς, δεν έχουμε δει καμία πρόταση αξιοποίησης των κλειστών κτιρίων στο κέντρο της Αθήνας, που ρημάζουν για πολλά χρόνια και τα οποία ούτως ή άλλως δεν ενδείκνυνται για κατοικία. Ταυτόχρονα η πολιτεία και οι φορείς της έχουν μισθώσει όλα τα ακίνητα που κατέχουν στο κέντρο της Αθήνας για Ξενοδοχειακή εκμετάλλευση αλλά ποτέ δεν έχουν σκεφτεί -ούτε καν συζητήσει- πώς θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν ως κοινωνική κατοικία ή οποιαδήποτε άλλη χρήση. Αντί λοιπόν να συζητάμε για το πώς θα περιορίσουμε την αγορά του 1 δισ. ευρώ σε συνεισφορά φόρων, θα ήταν πολύ γόνιμο να συζητήσουμε πώς θα αξιοποιηθούν αυτά τα ακίνητα και πώς οι πολίτες θα επωφεληθούν από αυτές τις πρακτικές”.
Η τοποθέτηση αυτή συνδέεται με μια ευρύτερη θέση του κλάδου ότι οι παρεμβάσεις θα έπρεπε να επικεντρώνονται περισσότερο στην ενίσχυση της προσφοράς παρά στον περιορισμό μιας δραστηριότητας που, σύμφωνα με τους εκπροσώπους της αγοράς, αποδίδει σημαντικά φορολογικά έσοδα και στηρίζει το τουριστικό προϊόν.
Η συζήτηση για τη ρύθμιση και η επόμενη ημέρα
Η παρέμβαση του STAMA έρχεται σε μια συγκυρία όπου η αγορά Airbnb βρίσκεται στο επίκεντρο πολιτικών και κοινωνικών αντιπαραθέσεων στην Ελλάδα, με αιχμή τη στέγαση, τις τοπικές πιέσεις και τα όρια ανάπτυξης του μοντέλου.
Ωστόσο, τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν επιχειρούν να επαναπροσδιορίσουν το πλαίσιο της συζήτησης, μεταφέροντας το ερώτημα από το πόσο πρέπει να περιοριστεί η αγορά στο κατά πόσο μπορούν να ενεργοποιηθούν χιλιάδες κλειστά ακίνητα που παραμένουν εκτός χρήσης.
Στο επιχείρημα αυτό συμπυκνώνεται και η βασική θέση του φορέα: ότι η στεγαστική κρίση δεν μπορεί να αποδοθεί μονοδιάστατα στη βραχυχρόνια μίσθωση και ότι οι λύσεις, σύμφωνα με την προσέγγισή του, πρέπει να αναζητηθούν περισσότερο στην πλευρά της προσφοράς κατοικίας.
Με δεδομένο ότι η συζήτηση για νέο ρυθμιστικό πλαίσιο παραμένει ανοιχτή, η αντιπαράθεση φαίνεται να μετατοπίζεται πλέον όχι μόνο γύρω από το μέγεθος της αγοράς βραχυχρόνιας μίσθωσης, αλλά και γύρω από το ποια πολιτική μπορεί πράγματι να αυξήσει τη διαθεσιμότητα κατοικίας.


