Η ανάγκη η οικονομική ανάπτυξη να συνοδεύεται από κοινωνική συνοχή, υψηλότερη παραγωγικότητα και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου βρέθηκε στο επίκεντρο του ετήσιου Συνεδρίου «Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας», που διοργανώνει ο Κύκλος Ιδεών σε συνεργασία με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.
Ο Διευθυντής Ερευνών του ΕΚΚΕ και Γενικός Διευθυντής του ΙΝΣΕΤΕ, Ηλίας Κικίλιας, σημείωσε ότι η ελληνική οικονομία εμφανίζει θετικές επιδόσεις σε επίπεδο ΑΕΠ, εξαγωγών, επενδύσεων, παραγωγής και καταθέσεων. Ωστόσο, όπως ανέφερε, «στις δημοσκοπήσεις το 70% των πολιτών λέει ότι δεν τα βγάζει πέρα», ενώ ο δείκτης «υποκειμενικής φτώχειας» παραμένει επίσης κοντά στο 70%.
Όπως ανέφερε, «το πιο σοβαρό θέμα της ελληνικής οικονομίας είναι ότι ενώ εξελίσσεται πολύ θετικά μακροοικονομικά», εξακολουθούν να υφίστανται σοβαρά κοινωνικά προβλήματα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η κοινωνική δυσφορία προέρχεται κυρίως από τον μειωμένο ανταγωνισμό που χαρακτηρίζει την ελληνική αγορά και οδηγεί σε υψηλότερο πληθωρισμό, τις υψηλές ιδιωτικές δαπάνες για υγεία και παιδεία, αλλά και το γεγονός ότι «οι επιχειρήσεις που έχουμε δημιουργούν θέσεις εργασίας με χαμηλούς μισθούς». Υποστήριξε ακόμη ότι «η επιχειρηματική βάση της χώρας είναι εξαιρετικά ασθενής», επισημαίνοντας ότι στην Πορτογαλία οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι «διπλά πιο παραγωγικές από τις ελληνικές».
Ο Καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Παναγιώτης Λιαργκόβας, υπογράμμισε ότι η παραγωγικότητα στην Ελλάδα παραμένει στάσιμη και βρίσκεται περίπου στο μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου ανά ώρα εργασίας. «Για να υπάρξουν καλύτερες αμοιβές χρειάζεται μεγαλύτερη παραγωγικότητα», ανέφερε, διευκρινίζοντας ότι «δεν φταίνε οι εργαζόμενοι», αλλά κυρίως διαρθρωτικοί παράγοντες, όπως το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων, η γραφειοκρατία και η κατεύθυνση των επενδύσεων κυρίως σε ακίνητα και τουρισμό, που, όπως είπε, «έχουν ταβάνι».
Ο ίδιος σημείωσε ότι «υπάρχουν εγγενείς αδυναμίες που κουβαλάμε χρόνια τώρα», ενώ υπενθύμισε ότι το 2013 η Ελλάδα είχε βελτιώσει τους δημοσιονομικούς δείκτες, αλλά «είχε υπονομεύσει το κοινωνικό κομμάτι σε ανεργία και κατά κεφαλήν ΑΕΠ». Προειδοποίησε ακόμη ότι «για να έχεις βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης χρειάζεσαι μακροοικονομικούς δείκτες αλλά να υπάρχει και το κοινωνικό κομμάτι, αλλιώς θα χτυπήσει στην υπόλοιπη οικονομία», σημειώνοντας ότι «στον κοινωνικό τομέα υστερούμε πολύ ακόμα».
Από την πλευρά του, ο Καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης του Πανεπιστημίου Πειραιώς, Υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και πρώην υπηρ. Υπουργός Οικονομικών, Θοδωρής Πελαγίδης, ανέφερε ότι σήμερα επανέρχεται διεθνώς «το φαινόμενο της ανισορροπίας των εμπορικών ισολογισμών», ενώ χαρακτήρισε την Τεχνητή Νοημοσύνη και την Κίνα ως τους δύο μεγάλους «πυροκροτητές» προς ένα περισσότερο διευθυνόμενο εμπόριο.
Όπως είπε, η Κίνα διαθέτει εμπορικό πλεόνασμα ύψους 1,2 τρισ. δολαρίων και έχει μετατοπίσει τη σύνθεση των εξαγωγών της προς «συνεχώς αναβαθμισμένα τεχνολογικά προϊόντα». Εκτίμησε παράλληλα ότι «δεν θα φτάσουμε ποτέ στα εισοδήματα του 2009 γιατί τότε η ανάπτυξη γινόταν με δανεικά», ενώ υποστήριξε ότι το παραγωγικό υπόδειγμα «το αποφασίζει η αγορά».
Ο κ. Πελαγίδης εξέφρασε επίσης έντονο προβληματισμό για την ποιότητα του ανθρώπινου κεφαλαίου στη χώρα, σημειώνοντας ότι «το ανθρώπινο κεφάλαιο δεν βελτιώνεται» και λέγοντας χαρακτηριστικά: «Οι φοιτητές μου κάθε χρόνο είναι χειρότεροι, δεν μπορώ να κάνω μάθημα».



